ἐπιστονᾰχ-στόρνῡμι:fut. -στρώσω:aor. 1 -εστόρεσαor-έστρωσα:aor.
Med.
A.
-εστορέσαντο
Nonn. D. 24.334
:—streworspread upon,ἐστόρεσεν δ' ἐπὶ δέρμα uponthe bed, Od. 14.50 ; ἱμάτιον ἐπὶ τὸ ξύλον
Hp. Art. 75
; a barbarousfut.,ἐπιστρωννύσω τῇ γῇ νιφετόν, only in Ps.- Luc. Philopatr. 24 .
2. .saddle,ἐπιστρῶσαι
τὸν ὄνον
J. AJ 8.9.1
; [ ἡ κάμηλος] ἁλουργίδι ἐπέστρωτο
Luc. Prom.Es 4
.