ἁλής,ές, Ion. ,=
Att.
ἁθρόος,
A. thronged, crowded, in a mass, πολλὰ ἁλέα
Hp. Mul. 1.5
, cf. Hdt. 1.133 ; ὡς ἁλέες εἴησαν οἱ Ἕλληνες
Hdt. 9.15
, cf. 7.104 , al.: sg. with collective nouns, ἁ. γενομένη πᾶσα ἡ Ἑλλάς
7.157
;ἁ. ἐὼν ὁ στρατόςib. 236 ;ἁ. τροφή, αἷμα, Hp. Vict. 2.45 , Morb. 2.4 .Adv. -έωςprob. in Hp. Mul. 1.36 : neut. pl.asAdv., ἐκχέουσιν τὸ οὖρον ἁλέα
Aret. SD 2.2
. [ᾱ, Call. Fr. 86 ;ἀλέα λέσχηνisv.l.
Hes. Op. 493 .] (sṃ-ϝαλής, cf.ϝαλῆναι.)