ἀλησθύωorἀλημ-ίω,
A.
= ἀλυσθαίνω , Hp. Mul. 2.124 codd.ἀλήσθω: γη
= σπορίμη, κτηνοτρόφος , Hsch.
ἀλησθύω or ἀλημ-ίω , = ἀλυσθαίνω , Hp. Mul. 2.124 codd. ἀλήσθω: γη = σπορίμη, κτηνοτρόφος , Hsch.
ἀλησθύωorἀλημ-ίω,
A.
= ἀλυσθαίνω , Hp. Mul. 2.124 codd.ἀλήσθω: γη
= σπορίμη, κτηνοτρόφος , Hsch.