ἐπίσφατον: ἐπιμωμητόν, ἢ συνομιλητόν, ἢ ἐπὶ κακῷ ὠνομασμένον,
Hsch. ;=ἐπιβόητος,Poet. ap. Ammon. Diff. p.43 V.,
A. Et.Gud.d.
s.v. διαβόητος ; = ἐπιρρητός , EM 365.11 ; Eust. 1728.12 derives it fr.πεφάσθαιand translates itὀλέθριος; but cf.περίσφατος.
Et.Gud.d.
ἐπίσφατον: ἐπιμωμητόν, ἢ συνομιλητόν, ἢ ἐπὶ κακῷ ὠνομασμένον,
Hsch. ;=ἐπιβόητος,Poet. ap. Ammon. Diff. p.43 V.,
A. Et.Gud.d.
s.v. διαβόητος ; = ἐπιρρητός , EM 365.11 ; Eust. 1728.12 derives it fr.πεφάσθαιand translates itὀλέθριος; but cf.περίσφατος.