LSJἐπισφελίτηςGlossἐπισφελίτης [ῑ] , ου , ὁ , ( σφέλας ) = θρανίτης , Paus.Gr. Fr. 175 .ἐπισφελίτης [ῑ],ου,ὁ, (σφέλας)A.= θρανίτης , Paus.Gr. Fr. 175 .ReferencesPaus.Gr. Fr. 175