ἐπί-σχεσις,εως,ἡ, (ἐπέχω)
A. checking, stoppage, ἐξ ἐπισχέσιοςafter anabatementof fever, Hp. Epid. 1.7 ; ἐπισχέσεις γενέσεως
Pl. Lg. 740d
; πνεύματος
Arist. Pr. 962a1
; ἀναπνοῆς
Gal. 7.175
; τῆς φωνῆς
Plu. Demetr. 38
; πολέμου
Id. Alc. 18
; τῶν ἀδικούντων
Arr. Epict. 2.20.23
.
2. delay, reluctance,
ἐπεὶ οὔ τις ἐπίσχεσις οὐδ' ἐλεητύς
Od. 17.451