ἐπίσχω, redupl.pres.ofἐπέχω,
A. holdordirect towards,
ἐπίσχειν ὠκέας ἵππους
Il. 17.465
;νῶϊνagainst us, Hes. Sc. 350 ; [σελάννα] φάος ἐπίσχει θάλασσαν ἐπ' ἀλμύραν
Sapph. Supp. 25.9
.
II. restrain, keep in check,
ἔπισχε μένος
Hes. Sc. 446
;τόδε γε[τὸ δέος] οὐδὲν ἐπίσχει
Th. 3.45
, cf. Pl. Lg. 932e , Phlb. 45d ; τὸ ἐπίσχον obstruction,
Arist. Cael. 311a9
: c. gen., ἐπίσχετε θυμὸν ἐνιπῆς καὶ χειρῶν
Od. 20.266
; τινὰ τοῦ θράσους