ἐπιτελ-ής,ές, (τέλος)
A. brought to an end, completed, accomplished, ποιεῖν τι ἐπιτελές,
= ἐπιτελεῖν , Hdt. 1.117 , 3.141 , Hp. Jusj. , etc. ; ἐπιτελῆ ποιῆσαι ἐντολάν τινος
Test.Epict. 1.18
; ἐ. ἐγίνετό τι
Hdt. 1.124
, Th. 1.141 ; εὐχαὶ ἐ. γενόμεναι
Pl. Lg. 931e
, cf. SIG 581.5
(ii B.C.); κρίσιν λαμβάνει ὁ πόλεμος ἐπιτελῆ
D.H. 10.46
; of persons,adult,
Hsch.
Ion.
Adv.
-έως at last,
Aret. SA 2.8