ἐπί-τηκτος,ον,
A. overlaid with gold,
στέφανον χρυσοῦν, οὐ γὰρ ἐπίτηκτόν τινα
Alex. 96
.
2. with goldorgilded ornaments laid on,
κρατὴρ ὑπάργυρος ἐ.
IG 22.1386.16
;στλεγγίδιον ἐ.ib. 1544.13 .
II. metaph.,counterfeit,
ἐπίτηκτα φιλεῖν
AP 5.186
( Mel. ) ;'veneer',
Cic. Att. 7.1.5 .