*ἐπιτλάω, onlyaor. 2 ἐπέτλην,
A. bear patiently, be patient,
τῶ τοι ἐπιτλήτω κραδίη
Il. 23.591
;τῶ τοι ἐπιτλήτω κραδίη μύθοισιν ἐμοῖσιν letitlisten patiently tothem, 19.220 ; μυρί' ἐπιτλάς
Nic. Al. 241
.
bear patiently, be patient,
*ἐπιτλάω, onlyaor. 2 ἐπέτλην,
A. bear patiently, be patient,
τῶ τοι ἐπιτλήτω κραδίη
Il. 23.591
;τῶ τοι ἐπιτλήτω κραδίη μύθοισιν ἐμοῖσιν letitlisten patiently tothem, 19.220 ; μυρί' ἐπιτλάς
Nic. Al. 241
.