ἐπιτῡφῶσαι: ἐπιπυριάσασα,
Hsch. :ἐπιτετυφωμένον ἢ ἐπικεκαυμένον, =
Att.
ἐπιτεθυμμένον,Moer. p.150 P.
ἐπιτῡφῶσαι: ἐπιπυριάσασα, Hsch. : ἐπιτετυφωμένον ἢ ἐπικεκαυμένον, = Att. ἐπιτεθυμμένον, Moer. p.150 P.
ἐπιτῡφῶσαι: ἐπιπυριάσασα,
Hsch. :ἐπιτετυφωμένον ἢ ἐπικεκαυμένον, =
Att.
ἐπιτεθυμμένον,Moer. p.150 P.