ἐπιχᾰλάω,fut. -άσω [ᾰ],
A. loosen, slacken,
τὸ καλῴδιον
Plb. 34.3.5
; δεσμόν
Luc. Herc. 3
; ἄκρατος ἐ. τόνους ψυχῆς
Ph. 2.227
.
2. drop in,
ἔριον εἰς τὴν ἐξέρασιν
PHolm. 15.39
.
II. intr.,give way,
δύαισιν οὐδὲν ἐπιχαλᾷς
A. Pr. 181
(lyr.); ἐπιθυμίαις
Ph. 2.298