ἐπιχαρ-ής,ές,
A. gratifying, agreeable,
τίς ὧδε τλησικάρδιος.., ὅτῳ τάδ' ἐπιχαρῆ;
A. Pr. 161
(lyr.); πόρνη καλὴ καὶ ἐ.
LXX Na. 3.4
.
II. of a person,rejoiced at,
πτώματι ἐχθρῶν
LXX Jb. 31.29
.
gratifying, agreeable,
ἐπιχαρ-ής,ές,
A. gratifying, agreeable,
τίς ὧδε τλησικάρδιος.., ὅτῳ τάδ' ἐπιχαρῆ;
A. Pr. 161
(lyr.); πόρνη καλὴ καὶ ἐ.
LXX Na. 3.4
.
II. of a person,rejoiced at,
πτώματι ἐχθρῶν
LXX Jb. 31.29
.