ἐπιχορηγ-ία,ἡ,
A. supply, provision,
τῆς ἐ. γενομένης ἐκ τῶν ἱερῶν προσόδων
SIG 818.9
(Ephesus,i A.D.);πᾶν τὸ σῶμα..συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας,
= διὰ πασῶν τῶν ἐπιχορηγουσῶν ἁφῶν (cf.ἐπιχορηγέωfin.), Ep.Eph. 4.16 ; διὰ τῆς ἐ. τοῦ πνεύματος
Ep.Phil. 1.19
.