ἐπί-χῠσις,εως,ἡ , ̔ἐπιχέὠ
A. pouring uponorin, influx,
Pl. Ti. 77d , Arist. Mete. 356a6 ; ποταμῶν ἐπιχύσεις
Ath. 8.331d
; τῶν ὄμβρων
D.C. 41.45
: metaph., ἐ. πολιτῶν
Pl. Lg. 740e
;τῆς τῶν ἡδονῶν ῥώμηςib. 841a .
2.
= ὑπόχυσις , Phlp.
in de An.
291.32 .
3.
= κονίασις , Hsch.
II. toast,
Plb. 16.21.12 (pl.);ἐπιχύσεις τινὸς λαμβάνειν, ποιεῖσθαι(cf. ἐπιχέω