ἐπιψεκάζω, old Att.
ἐπι-ψᾰκάζω,
A. keep dropping, ἂν..οἱ παῖδες ἡμῖν.. μικραῖς κύλιξι πυκνὰ ἐπιψακάζωσιν,jocosely forἐπιπίνωσιν,
X. Smp. 2.26 ; ἐ. ὀλίγα τινὶ τῶν χαρίτων
Luc. Merc.Cond. 27
: abs.,ὁ θεὸς ἐπιψακάζει,of small rain, Ar. Pax 1141 : metaph., θεὸς ἐ. σοφίαν διανοίαις
Ph. 1.501
, cf. 2.383 .
2. sprinkle,
[σπῖνον]
Thphr. Lap. 13
; πυρκαϊάν
Hld. 6.14
.