ἐπόπτ-ειρα,ἡ, fem. of
A.
ἐπόπτης
1
, cj. forἐποπτετῆραin Herm. ap. Stob. 1.49.44 .
ἐπόπτ-ειρα , ἡ , fem. of ἐπόπτης 1 , cj. for ἐποπτετῆρα in Herm. ap. Stob. 1.49.44 .
ἐπόπτ-ειρα,ἡ, fem. of
A.
ἐπόπτης
1
, cj. forἐποπτετῆραin Herm. ap. Stob. 1.49.44 .