ἐποπτ-εύω, (ἐπόπτης)
A. overlook, watch,of an overseer, ἔργα τ' ἐποπτεύεσκε
Od. 16.140
, cf. Hes. Op. 767 ; Ἑρμῆ..πατρῶ'ͅ ἐποπτεύων κράτη
A. Ch. 1
;ἐ. μάχηνib. 489 ;ὁ πάντ' ἐ. τάδε ἥλιοςib. 993(985) ; δίκας
Id. Eu. 224
; ἄλλοτε δ' ἄλλον ἐποπτεύει Χάρις φόρμιγγι
Pi. O. 7.11
; αἰῶνας -εύουσα χελιδών
IGRom. 4.235
(hex.).
2. visit, punish,
κότῳ
A. Eu. 220
.
3. abs.,keep watch,