ἐπορέγω,
A. hold out to, give yet more,
εἴ περ Ἂν..ζεὺς ἐπὶ Τυδεί̈δῃ Διομήδεϊ κῦδος ὀρέξῃ
Il. 5.225
:— Med. , τιμῆς οὔτ' ἀφελὼν οὔτ' ἐπορεξάμενος
Sol. 5.2
.
2. metaph., [τὸ θεῖόν] τισιν ἐ. τὰς μεταδόσεις τῆς ὑπερπλήρους ἀγαθότητος
Procl. Inst. 131
.
II.
Med. ,stretch oneself towards,once in Hom. ,ἐπορεξάμενος reaching forwardto strike, Il. 5.335 ;χειρί τινος ἐ. reach ata thing, A.R. 1.1313 ; οὗ παλάμῃ ἐπορέχθην
Matro Conv. 70
; also χεῖράς τινι ἐ.
A.R. 2.1212
; ἐ. πρός τι