ἐποτρύνω,
A. stir up, excite, urge on,abs., θυμὸς ἐποτρύνει καὶ ἀνώγει
Il. 6.439
, al.: c.acc. pers., Hdt. 7.170 , al.;ἐς τὸ πρόσω ἐ.ib. 223 ; ἐπὶ τὰ δεινά
Th. 1.84
(v.l.); τινὰς ἐς μάχην
Plu. Crass. 23
; μαχομένους
Id. Aem. 33
: c.inf., ἐ. τινὰ μαχέσασθαι
Il. 20.171
, cf. Hp. Fract. 22 ; στείχειν
Pi. N. 9.20
; μολεῖν
S. El. 1264
(lyr.); ἔρδειν ὅττι κε κεῖνος ἐποτρύνῃ καὶ ἀνώγῃ [ἔρδειν]
Il. 15.148