ἐποχετ-εύω,
A. carrywaterby sluicesorcourses,
Pl. Grg. 493e ; τὸ ἀπορρέον..δι' ὀχετῶν ἐ.
Id. Criti. 117b
; τροφὴν τοῖς φυτευθεῖσι
Ph. 1.398
; ἐ. ἄνθεσιν ὕδωρ
Longus 4.4
: metaph., ὑφηγήσεις ἐ. ἀκοαῖς
Ph. 2.359
; λόγος οἴνῳ τὸ φιλάνθρωπον ἐπὶ τὴν ψυχὴν..ἐ.
Plu. 2.660c
, cf. Jul. Or. 4.137d , Dam. Pr. 35 , etc.:— Pass. ,to be so brought,
[αἷμα] ἐκ τῆς καρδίας ἐποχετεύεται καὶ εἰς τὰς φλέβας
Arist. PA 666a6
;[αἱ φλέβες] ἐς ἀλλήλας ἐποχετεύονται are conductedone into another, Hp. Oss. 15 ; ὕδωρ τὸ Ἰούλιον.. εἰς τὴν πόλιν ἐπωχετεύθη