ἁλικία,ἡ, Dor. forἡλικία.ἁλικίανες(leg.-κρατες):θαλασσομιγεῖς, Hsch.
ἀλικίνος: δυνατός, Id. (cf.ἀλεκινός).
ἁλικία , ἡ , Dor. for ἡλικία . ἁλικίανες (leg. -κρατες ) :θαλασσομιγεῖς , Hsch. ἀλικίνος: δυνατός , Id. (cf. ἀλεκινός ).
ἁλικία,ἡ, Dor. forἡλικία.ἁλικίανες(leg.-κρατες):θαλασσομιγεῖς, Hsch.
ἀλικίνος: δυνατός, Id. (cf.ἀλεκινός).