LSJἐπωφέλ-ιμοςGlossἐπωφέλ-ιμος , ον , = ἐπωφελής, ἔργα Carm.Aur. 6 .ἐπωφέλ-ιμος,ον,A.= ἐπωφελής, ἔργαCarm.Aur. 6 .ReferencesCarm.Aur. 6