LSJἐργότρυςGlossἐργότρυς , ὁ , ( ὀτρύνω ) = ἐργεπείκτης , Hsch.ἐργότρυς,ὁ, (ὀτρύνω)A.= ἐργεπείκτης , Hsch.ReferencesHsch.