ἐρέσσω, Plu. 2.1128c , Pomp. 73 , Cic. 47 , rarelyἐρεό-ττω, Luc. Cont. I, al. (earlierἐλαύνω): Ep.
impf.
A.
ἔρεσσον
Od. 11.78
:aor.
ἤρεσα
A.R. 1.1110
, (δι-) Od. 12.444 ,ἤρεσσα(δι-) 14.351 : (ἐρέτης):—row,
ἄνδρας ἐρεσσέμεναι μεμαῶτας
Il. 9.361
; οἱ δὲ προπεσόντες ἔρεσσον
Od. 9.490
, 12.194 ; ἐρετμόν, τῷ καὶ ζωὸς ἔρεσσον
11.78
; πομπίμοις κώπαις ἐ.
S. Tr. 561