ἐρευν-άω, alsoἐρευν-ίω
GDI 5075.35 (Crete), andἐραυνάω(q.v.):—
A. seekorsearch for, search after, track,
ἴχνι' ἐρευνῶντες κύνες ἤϊσαν
Od. 19.436
; μετ' ἀνέρος ἴχνι' ἐρευνῶν
Il. 18.321
; τεύχε' ἐ.
Od. 22.180
; τὴν σοφὴν εὐβουλίαν
A. Pr. 1038
; θεῶν βουλεύματ'
Pi. Fr. 61
; νεκρούς
E. Med. 1318
; κακούργους
X. Cyr. 1.2.12
; ἄν τινα οἴωμαι σοφὸν εἶναι