ἐρημ-όω,
A. strip bare, desolate, lay waste,
ἱερὰ θεῶν
Th. 3.58
; τὴν χώραν
And. 3.21
; πλοῦτον
LXX Si. 21.4
; ὁ κτίζων καὶ ἐρημῶν θεός
POsl. 1.105
:— Pass. , ἐρημωθείσης Κρήτης
Hdt. 7.171
; πόλεις ἠρημώθησαν
Th. 1.23
; μιᾷ ὥρᾳ ἠρημώθη ὁ τοσοῦτος πλοῦτος
Apoc. 18.17
.
II. bereaveoneofa thing, c. dupl. acc., ἐ. τινὰ εὐφροσύνας μέρος