ἐρί-γδουπος,ον,
A.
= ἐρίδουπος (q.v.),loud-sounding, thundering,in Hom. epith. of Zeus, Διὸς υἱὸν ἐριγδούποιο
Il. 5.672
; ἐ. πόσις Ἥρης
Od. 15.112
; exc. in Il. 11.152
ἐ. πόδες ἵππων ;so after Hom. , Ναί̈δων ἐ. στοναχαί
Pi. Dith.Oxy. 2.12
; καλαῦροψ
APl. 4.74
; βοείη
Nonn. D. 18.105
.