ἐριδμαίνω,
A.
= ἐρεθίζω ,to provoke to strife, irritate,
σφήκεσσιν ἐοικότες.. οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν
Il. 16.260
.
II. intr., = ἐριδαίνω ,contend,
A.R. 3.94 ; of friendly rivalry, Mosch. 2.69 ; διάτι
APl. 4.297
; ἐριδμαίνεσκε χροῆς ὕπερ
Nic. Al. 407
; περὶ νίκης
Nonn. D. 37.490
: c.inf., φιλήματος ἄκρα φέρεσθαι
Theoc. 12.31
.
2. c. dat.,contend against,