LSJἐρίθυλοςGlossἐρίθυλος , ὁ , = ἐρίθακος , Sch. Ar. V. 922 .ἐρίθυλος,ὁ,A.= ἐρίθακος , Sch. Ar. V. 922 .ReferencesAr. V. 922