ἐριστήρ: μαρσίππιον(-ίπιοςcod.),σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης,
Hsch. (leg.ἑρκτήρ).
ἐριστήρ: μαρσίππιον ( -ίπιος cod.), σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης, Hsch. (leg. ἑρκτήρ ).
ἐριστήρ: μαρσίππιον(-ίπιοςcod.),σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης,
Hsch. (leg.ἑρκτήρ).