LSJἐρίσχηλοςGlossἐρίσχηλος , ον , = λοίδορος, ἐρισχήλοις κορυνήταις Parth. Fr. 18 ; cf. ἐρεσχηλέω.ἐρίσχηλος,ον,A.= λοίδορος, ἐρισχήλοις κορυνήταιςParth. Fr. 18 ; cf.ἐρεσχηλέω.ReferencesParth. Fr. 18