ἑρπετόν, Aeol. perh.ὄρπετον(q.v.),τό, (ἕρπω)
A. beastoranimal which goes on all fours,
Od. 4.418 ; πᾶν ἑ. πληγῇ νέμεται
Heraclit. 11
; ἑρπετὰ ὅσσα τρέφει μέλαινα γαῖα
Alcm. 60.3
; ὄφις καὶ σαύρας καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν ἑρπετῶν
Hdt. 4.183
; τοῖς μὲν ἄλλοις ἑρπετοῖς πόδας ἔδωκεν.., ἀνθρώπῳ δὲ καὶ χεῖρας
X. Mem. 1.4.11
;ἑρπετά,opp.πετεινά,
Hdt. 1.140 , cf. Theoc. 15.118 , A.R. 4.1240 : generally, ἑ. οὐδὲ γυνή
Call. Jov. 13
;πυκινώτατον ἑ.,of a hound, Pi. Fr. 106 ; of insects, Semon. 13 , Nic. Fr. 74.46 .
II. creeping thing, reptile,esp.snake,