ἑρσήεις, Ep.
ἐερσ-( Dor.
ἑρσάεις
Hymn.Is. 167 ),εσσα,εν,
A. dewy,
λωτόν θ' ἑρσήεντα
Il. 14.348
; λειμών
AP 9.668.3
( Marian. ) : metaph., of a corpse, οἷον ἐερσήεις κεῖται fresh,
Il. 24.419
;νῦν δέ μοι ἑρσήεις καὶ πρόσφατος..κεῖσαιib. 757 .
dewy,
ἑρσήεις, Ep.
ἐερσ-( Dor.
ἑρσάεις
Hymn.Is. 167 ),εσσα,εν,
A. dewy,
λωτόν θ' ἑρσήεντα
Il. 14.348
; λειμών
AP 9.668.3
( Marian. ) : metaph., of a corpse, οἷον ἐερσήεις κεῖται fresh,
Il. 24.419
;νῦν δέ μοι ἑρσήεις καὶ πρόσφατος..κεῖσαιib. 757 .