LSJἐρσώδηςGlossἐρσώδης , ες , = ἑρσήεις, ἀήρ Thphr. CP 3.2.6 .ἐρσώδης,ες,A.= ἑρσήεις, ἀήρThphr. CP 3.2.6 .ReferencesThphr. CP 3.2.6