ἐρυμνῶδις(sic): λύπην καὶ φλεγμονὴν παρέχων, ἢ ὑπερήφανον,
Hsch. (cf. Lat.
A. aerumnosus).Ἐρυμός: Ζεύς, καὶ ζυγός, καὶ ζεύγλη,Id. (cf.ῥυμός).ἐρύμυλον: τὸν μεγάλως μυκώμενον ταῦρον(leg.ἐρύγμηλον), Id.ἐρυνόν: σκοτεινόν, ἠσφαλισμένον,Id. (confusion ofἐρεμνόνandἐρυμνόν).