*ἐρχᾰτάομαι, Pass. ,
A. to be keptorshut up,
ἐν δὲ ἑκάστῳ [συφεῷ] πεντήκοντα σύες..ἐρχατόωντο
Od. 14.15
. (Lengthd. fr.ἔρχατο.)
to be kept
*ἐρχᾰτάομαι, Pass. ,
A. to be keptorshut up,
ἐν δὲ ἑκάστῳ [συφεῷ] πεντήκοντα σύες..ἐρχατόωντο
Od. 14.15
. (Lengthd. fr.ἔρχατο.)