ἁλίσχοινος,ον,ὁ ,͂ὁλόσχοινος, Aët. 2.214 (codd.-σχινος).
ἁλίσχοινος
Gloss
ἁλίσχοινος , ον , ὁ ,͂ὁλόσχοινος , Aët. 2.214 (codd. -σχινος ).
ἁλίσχοινος , ον , ὁ ,͂ὁλόσχοινος , Aët. 2.214 (codd. -σχινος ).
ἁλίσχοινος,ον,ὁ ,͂ὁλόσχοινος, Aët. 2.214 (codd.-σχινος).