LSJἐσκατάμιζεν:Glossἐσκατάμιζεν: ἐσκάριζεν, Hsch. ἔσκε , v. ἔστε.ἐσκατάμιζεν: ἐσκάριζεν,Hsch.ἔσκε,A.v. ἔστε.Related Lemmasἔσκε