Ἑσπέρ-ιος,α,ον, andος,ον
E. HF 395 (lyr.): (ἕσπερος):
I. of Time,towards evening,
Hom. , esp. in Od. , usu. with Verbs, ἑ. δ' εἰς ἄστυ..κάτειμι
Od. 15.505
; ἑσπερίους ἀγέρεσθαι ἀνώγει
2.385
; ἀπονέεσθαι ἑ.
9.452
; ἑ. φλέγεν
Pi. N. 6.38
;ἑσπερίῃσι(sc.ὥραις)at eventide,
Opp. C. 1.138 , cf. Man. 2.422 ;ἄχρι ἑσπερίου(sc.χρόνου) Arist. HA 619b21 (v.ἀκρέσπερος);ἑ. ἀοιδαίsongs sungat even,
Pi. P. 3.19 : in late Prose, ἑσπέριος [γένεσις]
Vett.Val. 72.21
.