ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν,
Hsch.
ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον,Id.ἕσσωμαι,pf.
Pass. ofἑσσόομαι,
A.
v. ἡσσάομαι.
ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν, Hsch. ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον, Id. ἕσσωμαι , pf. Pass. of ἑσσόομαι, v. ἡσσάομαι.
ἐσσυρευτόν: βλοσυρόν, δοκερόν,
Hsch.
ἐσσύτερον: ἰσχυρότερον,Id.ἕσσωμαι,pf.
Pass. ofἑσσόομαι,
A.
v. ἡσσάομαι.