ἑτεροι-ωτικός,ή,όν,
A. alterative,ἡ τερατολογουμένη -ωτική, of Chrysippus' theory of sensation (cf.ἑτεροίωσις), Stoic. 1.108 .
alterative
ἑτεροι-ωτικός,ή,όν,
A. alterative,ἡ τερατολογουμένη -ωτική, of Chrysippus' theory of sensation (cf.ἑτεροίωσις), Stoic. 1.108 .