ἑτερο-ούσιος,ον,
A. differing in substance, Porph. Sent. 35 .Adv.-ίωςib. 37 :—also in formἑτερούσιος,ψυχὴν ἐν ἀλλοτρίψ πράγματι καὶ ἑτερουσίψ συνδεδεμένηνib. 32 , cf. Iamb. Myst. 1.19 .
differing in substance
ἑτερο-ούσιος,ον,
A. differing in substance, Porph. Sent. 35 .Adv.-ίωςib. 37 :—also in formἑτερούσιος,ψυχὴν ἐν ἀλλοτρίψ πράγματι καὶ ἑτερουσίψ συνδεδεμένηνib. 32 , cf. Iamb. Myst. 1.19 .