ἐτέτυμον: ἀληθές, ἢ ἀληθῶς, Hsch.
ἐτεωνέω: ἀληθεύω, andἐτεώνια: ἀληθῆ, Id.; cf.ἐτεός.
ἐτέτυμον: ἀληθές, ἢ ἀληθῶς , Hsch. ἐτεωνέω: ἀληθεύω , and ἐτεώνια: ἀληθῆ , Id.; cf. ἐτεός .
ἐτέτυμον: ἀληθές, ἢ ἀληθῶς, Hsch.
ἐτεωνέω: ἀληθεύω, andἐτεώνια: ἀληθῆ, Id.; cf.ἐτεός.