ἐτήσ-ιος,ον, and in Hp.
η,ον: (ἔτος):—
A. lasting a year,πένθος οὐκ ἐ. E. Alc. 336 ;προστασία f.l. in
Th. 2.80 ;ἐτησίους ἄρχεινto governfor a year, D.C. 60.24 .
2. annual, ὧραι
Plu. 2.993e
; θυσίαι
Th. 5.11
, etc., cf. SIG 1024.24 (Myconus); φόρος
IG 7.2227
(Thisbe); ἐτήσιοι πρόσιτ' ἀεί
Cratin. 23
;βορέαι ἐ.,
= ἐτησίαι , Arist. Pr. 940a35 ; ἐ. πνεύματα
Arr. Ind. 21.1
.Adv.-ίωςSch. Lyc. 107 : neut. asAdv., τρυγόωσιν ἐτήσιον
AP 5.226