εὐάγκεια, poet. fem. of sq.,
A.
Πίνδον ἀν' εὐάγκειαν
Call. Cer. 83
. (Formed like Κυπρογένεια .)
εὐάγκεια , poet. fem. of sq., Πίνδον ἀν' εὐάγκειαν Call. Cer. 83 . (Formed like Κυπρογένεια .)
εὐάγκεια, poet. fem. of sq.,
A.
Πίνδον ἀν' εὐάγκειαν
Call. Cer. 83
. (Formed like Κυπρογένεια .)