εὐαίσθ-ητος,ον, (αἰσθάνομαι)
A. with quick sensesorkeen perceptions, περί τι
Pl. Lg. 812b
; ἐλέφας εὐ. ζῷον
Arist. HA 630b21
: Comp. -ότερος
Pl. Ti. 75c ; τῆς καρδίας τὴν ὑπερῴαν -οτέραν ἔχειν
Plu. 2.14d
: Sup.
ὁ ἄνθρωπος -ότατος τῶν ἄλλων ζῴων
Arist. PA 660a20
;τὸ εὐ.,
= εὐαισθησία , Gal. 10.387 .Adv.-τως , ἔχειν τινόςhavekeen perceptionsof . . , Pl. Lg. 670b , cf. 661b : Comp. -οτέρως
, ἔχειν περὶ ὥρας καὶ μηνῶν καὶ ἐνιαυτῶν
Id. R. 527d
.