εὐάρμοστ-ος,ον, (ἁρμόζω)
A. well-joined, harmonious, κάλαμοι
E. El. 702
(lyr.);μέλος, ὄνομα, Pl. Lg. 655a , Cra. 405a .
II. of men,well-tempered, Hp. Epid. 2.6.1 ;accommodating, harmonious, πρὸς ἅπαντα τὴν ἕξιν τῆς ψυχῆς εὐ. ἔχειν
Isoc. 12.32
; εὐ. ἑαυτὸν ἐν πᾶσι παρέχων
Pl. R. 413e
: Comp. and Sup. , Id. Prt. 326b , R. 412a ;τὸ εὐ.,
= εὐαρμοστία , Ph. 1.5 .Adv.-τως
, ἔχειν πρός τι
Isoc. 11.12
, cf. Ruf. ap. Orib. 7.26.135 ; ἀπηκριβῶσθαι
Ph. 1.33
.