LSJεὐάστ-ειραGlossεὐάστ-ειρα , ἡ , fem. of εὐαστήρ , Orph. H. 51.8 , 69.1 .εὐάστ-ειρα,ἡ, fem. ofεὐαστήρ, Orph. H. 51.8 , 69.1 .