εὔγλυπτος,ον,
A. well-carved, μέταλλον
AP 7.363
:—alsoεὐγλύφᾰνος[ῠ],ον , Nonn. D. 34.228 ;εὐγλῠφής,ές
, κάλαμοι
AP 6.63.4
( Damoch. ).
well-carved
εὔγλυπτος,ον,
A. well-carved, μέταλλον
AP 7.363
:—alsoεὐγλύφᾰνος[ῠ],ον , Nonn. D. 34.228 ;εὐγλῠφής,ές
, κάλαμοι
AP 6.63.4
( Damoch. ).